Πέμπτη, 13 Δεκέμβριος 2018

O ΟΗΕ στα Ελληνικά

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο

ICC-building.jpgΤον Ιούλιο 1998 στη Ρώμη, 120 Κράτη-Μέλη των Ηνωμένων Εθνών υιοθέτησαν μια σύμβαση για τη σύσταση – για πρώτη φορά στην ιστορία του κόσμου – ενός μόνιμου διεθνούς ποινικού δικαστηρίου. Η σύμβαση αυτή τέθηκε σε ισχύ τον Ιούλιο 2002, εξήντα ημέρες μετά από την ημέρα που εξήντα Κράτη είχαν γίνει μέρος του Καταστατικού δια της επικύρωσης ή της προσχώρησης.

«Το μακρινό όνειρο ενός μόνιμου Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου γίνεται πραγματικότητα», είπε πρόσφατα ο κ. Κόφι Άνναν, Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών. « Η ελπίδα μας είναι ότι, τιμωρώντας τους ενόχους, το ΔΠΔ θα δώσει λίγη παρηγοριά στα επιζώντα θύματα και στις κοινότητες που είχαν γίνει στόχος. Ακόμα πιο σημαντικό, ελπίζουμε ότι θα αποτρέψει μέλλοντες εγκληματίες πολέμου, και θα φέρει πιο κοντά την ημέρα όπου κανείς αρχηγός, κανένα Κράτος, καμία χούντα και κανένας στρατός οπουδήποτε δεν θα είναι ικανοί να καταχρώνται τα ανθρώπινα δικαιώματα ατιμωρητί».

Αυτό το ενημερωτικό κείμενο απαντά σε μερικά από τα συνήθη ερωτήματα σχετικά με το Δικαστήριο.

Γιατί οι χώρες αποφάσισαν να ιδρύσουν ένα Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο; Σε τι θα διαφέρει από άλλα δικαστήρια;

Το 1948, μετά από τα δικαστήρια της Νυρεμβέργης και του Τόκιο ύστερα από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών πρώτη αναγνώρισε την ανάγκη για ένα μόνιμο διεθνές δικαστήριο που θα εξέταζε περιπτώσεις φρικωδών πράξεως σαν αυτήν που είχε μόλις διαπραχθεί. Από τότε, στον ΟΗΕ γινόταν κατά καιρούς συζήτηση για την ανάγκη ενός τέτοιου δικαστηρίου. Το εύρος, η κλίμακα και η μισητή φύση των φρικαλεοτήτων που έχουν διαπραχθεί τα τελευταία 20 χρόνια σε πολλά μέρη του κόσμου έδωσε το έναυσμα για τη δημιουργία ενός μόνιμου μηχανισμού για να προσάγονται στη δικαιοσύνη όσοι διαπράττουν αδικήματα όπως η γενοκτονία, η εθνοκάθαρση, η σεξουαλική δουλεία και ο ακρωτηριασμός, περιλαμβανομένου του ακρωτηριασμού άκρων αμάχων, ακόμα και παιδιών, και για να δοθεί επιτέλους τέλος στην ατιμωρησία που τόσο συχνά χαίρονται αυτοί που είναι στην εξουσία.

Την περίοδο που ακολούθησε τα γεγονότα στη Ρουάντα και στην πρώην Γιουγκοσλαβία, το Συμβούλιο Ασφαλείας αντέδρασε δημιουργώντας δικαστήρια για να φέρουν στη δικαιοσύνη άτομα που είχαν διαπράξει εγκλήματα. Τα δικαστήρια αυτά, που ιδρύθηκαν μετά το γεγονός, περιορίζονται από τις εντολές που έχουν που είναι συγκεκριμένες σε χρόνο και χώρο. Η ίδρυση ενός τέτοιου δικαστηρίου είναι μια πρόκληση, και είναι μια μακρόχρονο και ακριβό εγχείρημα. Ένα μόνιμο δικαστήριο με εντολή να προσάγει στη δικαιοσύνη άτομα που ευθύνονται για τα πιο σοβαρά εγκλήματα του κόσμου, φρικαλεότητες και μαζικές δολοφονίες θα είναι πιο αποτελεσματικό και αποδοτικό. Θα μπορεί να αναλαμβάνει δράση γρήγορα, και πιθανόν να περιορίζει το μέγεθος ή τη διάρκεια της βίας. Από τη φύση της ύπαρξης του και μόνο, θα είναι ένας πολύ πιο ανασταλτικός παράγοντας. Πιθανοί εγκληματίες πολέμου μπορεί να το ξανασκεφτούν πριν εφαρμόσουν τα σχέδιά τους όταν ξέρουν ότι θα πρέπει να λογοδοτήσουν – ως άτομα-- ακόμα και αν είναι αρχηγοί κράτους. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο, που ιδρύεται ως ανεξάρτητη οντότητα, θα μπορεί να ενεργεί σε σχέση με εγκλήματα που εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του χωρίς ειδική εντολή του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών.

Τι εγκλήματα θα εκδικάζει το Δικαστήριο;

Το Δικαστήριο έχει εντολή να δικάζει άτομα και όχι Κράτη και να επιρρίπτει ευθύνες για τα πιο σοβαρά εγκλήματα που απασχολούν τη διεθνή κοινότητα—εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και γενοκτονίες και, τελικώς, το έγκλημα της επίθεσης. Μια συνήθης παρανόηση είναι ότι το Δικαστήριο θα μπορεί να δικάζει αυτούς που έχουν διαπράξει τέτοια εγκλήματα στο παρελθόν, όμως αυτό δεν ισχύει. Το Δικαστήριο θα έχει αρμοδιότητα μόνο για εγκλήματα που θα διαπραχθούν αφού το Καταστατικό τεθεί σε ισχύ τον Ιούλιο 2002.

Η γενοκτονία καθορίζεται ως μια σειρά απαγορευμένων πράξεων, όπως φόνος, ή σοβαρή βλάβη, που διαπράττονται με πρόθεση τη μερική ή ολική καταστροφή, μιας εθνικής, εθνοτικής, φυλετικής ή θρησκευτικής ομάδας.

Όπως αναφέρεται στο Καταστατικό, τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας περιλαμβάνουν εγκλήματα όπως την εξολόθρευση αμάχων, την υποδούλωση, τον βασανισμό, τον βιασμό, την εξαναγκαστική εγκυμοσύνη, τον κατατρεγμό πολιτικών, φυλετικών, εθνικών, εθνοτικών, πολιτιστικών, θρησκευτικών ομάδων ή ομάδων με βάση το φύλο, και τις εξαναγκαστικές εξαφανίσεις – αλλά μόνο όταν είναι μέρος μιας εκτεταμένης ή συστηματικής επίθεσης που στρέφεται εναντίον αμάχων πληθυσμών.

Ο χαρακτηρισμός των «εκτεταμένων ή συστηματικών» για τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας είναι πολύ σημαντικός, καθώς απαιτεί ένα συγκεκριμένο μέγεθος ή/και έκταση πριν ένα έγκλημα θεωρηθεί ότι εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Αυτό διαφέρει από τις πράξεις βίας --όπως είναι ο βιασμός, η δολοφονία ή ακόμα και τα βασανιστήρια—που μπορεί να διαπράττονται, ίσως ακόμα και από ένστολους στρατιώτες, αλλά που δεν χαρακτηρίζονται ως εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.

Τα εγκλήματα πολέμου συμπεριλαμβάνουν τις σοβαρές παραβιάσεις των Συμβάσεων της Γενεύης και άλλες σοβαρές παραβιάσεις διεθνών κανόνων και εθιμικού δικαίου που διαπράττονται σε διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις, και σε συγκρούσεις «που δεν έχουν διεθνή χαρακτήρα», όπως αναφέρεται στο Καταστατικό, όταν διαπράττονται ως μέρος σχεδίου ή πολιτικής ή σε ευρεία κλίμακα.

Τι γίνεται με το θέμα της επίθεσης; Δεν περιλαμβάνεται στο Καταστατικό;

Η επίθεση έχει συμπεριληφθεί ως έγκλημα που εμπίπτει στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου. Όμως πρώτα, τα Συμβαλλόμενα Κράτη πρέπει να υιοθετήσουν μία συμφωνία που θα διευκρινίζει δύο σημεία: τον ορισμό της επίθεσης, που ως τώρα έχει αποδειχθεί δύσκολο, καθώς και τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες το Δικαστήριο θα μπορεί να ασκεί αυτή τη δικαιοδοσία. Υπάρχουν αρκετές προτάσεις που εξετάζονται. Ορισμένες χώρες αισθάνονται ότι, σύμφωνα με τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και την εντολή που δίνει στο Συμβούλιο Ασφαλείας, μόνο το Συμβούλιο εξουσιοδοτείται να αποφανθεί αν έχει διαπραχθεί μια πράξη επίθεσης. Αν υπάρξει συμφωνία, τότε το Συμβούλιο Ασφαλείας θα πρέπει να αποφανθεί για κάτι τέτοιο πριν το Δικαστήριο να αναλάβει δράση. Άλλες χώρες αισθάνονται ότι αυτή η αρμοδιότητα δεν πρέπει να περιορίζεται στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Υπάρχουν προτάσεις που εξετάζονται που θα έδιναν έναν ρόλο στη Γενική Συνέλευση ή στο Διεθνές Δικαστήριο, αν γινόταν καταγγελία για επίθεση και το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν ενεργούσε μέσα σε ένα ορισμένο διάστημα. Η Προπαρασκευαστική Επιτροπή θα συνεχίσει να εξετάζει το θέμα της επίθεσης.

Με το θέμα της τρομοκρατίας και της διακίνησης και εμπορίας ναρκωτικών τι γίνεται;

Στη Ρώμη εκδηλώθηκε σημαντικό ενδιαφέρον για να συμπεριληφθεί η τρομοκρατία στην εντολή του Δικαστηρίου, αλλά αποφασίστηκε να μη γίνει αυτό. Σήμερα, επιπλέον των πολλών συνθηκών που απαγορεύουν συγκεκριμένες τρομοκρατικές πράξεις, και μετά την 11η Σεπτεμβρίου, τα Κράτη Μέλη των Ηνωμένων Εθνών έχουν αναλάβει να συντάξουν μια γενική συνθήκη κατά της τρομοκρατίας. Σε μια αναθεωρητική διάσκεψη, αν το αποφασίσουν τα Συμβαλλόμενα Κράτη, το έγκλημα της τρομοκρατίας θα μπορούσε να προστεθεί στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου.

Το ενδιαφέρον εντός Κράτους Μέλους (του Τρινιντάντ και Τομπάγκο) για την ίδρυση διεθνούς δικαστηρίου που θα διώκει εγκλήματα σχετικά με τη διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών ήταν αυτό που ξεκίνησε τη διαδικασία για την ίδρυση του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Κατά τις διαπραγματεύσεις στη Ρώμη, οι αντιπροσωπείες αντιλήφθηκαν ότι, λόγω του μεγέθους του προβλήματος της διακίνησης και εμπορίας ναρκωτικών, η συμπερίληψή του στην εντολή του Δικαστηρίου, με τις έρευνες που θα απαιτούσε, πιθανότατα θα εξαντλούσε πολύ γρήγορα τους περιορισμένους πόρους του Δικαστηρίου. Όμως η διακίνηση και εμπορία ναρκωτικών θα μπορούσε επίσης να προστεθεί σε μια αναθεωρητική διάσκεψη.

Ποια είναι η σχέση μεταξύ του Διεθνούς Δικαστηρίου και των εθνικών δικαστηρίων;

Οι αρμοδιότητες του Δικαστηρίου περιγράφονται πολύ προσεχτικά στο Καταστατικό. Ολόκληρος ο συλλογισμός του Δικαστηρίου βασίζεται στην αρχή της συμπληρωματικότητας, που εννοεί ότι το Δικαστήριο μπορεί μόνο να ασκήσει τη δικαιοδοσία του όταν ένα εθνικό δικαστήριο αδυνατεί ή δεν θέλει να το κάνει. Η πρώτη προτεραιότητα πάντα πηγαίνει στα εθνικά δικαστήρια. Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο με κανέναν τρόπο δεν έχει σκοπό να αντικαταστήσει την εξουσία των εθνικών δικαστηρίων. Ενδέχεται όμως να υπάρξουν φορές που το σύστημα των δικαστηρίων ενός κράτους καταρρέει και σταματάει να λειτουργεί. Κατά τον ίδιο τρόπο, μπορεί να υπάρχουν κυβερνήσεις που οι ίδιες υποστηρίζουν ή συμμετέχουν σε μια φρικαλεότητα, ή αξιωματούχοι που να είναι απρόθυμοι να διώξουν κάποιον με μεγάλη εξουσία.

Ποιες συνθήκες απαιτούνται για να ενεργήσει το Δικαστήριο; Πότε μπορεί να το κάνει αυτό;

Υπάρχουν καθαρές προϋποθέσεις που διευκρινίζονται στο Καταστατικό της Ρώμης κάτω από τις οποίες το Δικαστήριο μπορεί να ασκεί τη δικαιοδοσία του, καθώς και συγκεκριμένες προϋποθέσεις για το πότε το Δικαστήριο μπορεί να το κάνει αυτό. Υπάρχουν πολλές δικλείδες ασφαλείας για την αποφυγή επιπόλαιων διώξεων ή διώξεων με πολιτικά κίνητρα, με πολλές επαναλαμβανόμενες ευκαιρίες για προκλήσεις. Όταν ένα Κράτος επικυρώνει το Καταστατικό, συμφωνεί να δεχθεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά τα εγκλήματα που αναφέρονται στο Καταστατικό. Το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει την υπόθεση σε περιπτώσεις που πληρούν μία από τις εξής προϋποθέσεις: ένα ή περισσότερα μέρη που εμπλέκονται είναι Συμβαλλόμενο Κράτος, ο κατηγορούμενος είναι υπήκοος Συμβαλλόμενου Κράτους, το έγκλημα διαπράττεται στο έδαφος Συμβαλλόμενου Κράτους, ή ένα Κράτος που δεν είναι Συμβαλλόμενο με το Καταστατικό μπορεί να αποφασίσει να αποδεχθεί την αρμοδιότητα του δικαστηρίου για κάποιο συγκεκριμένο έγκλημα που έχει διαπραχθεί στο έδαφός του, ή από υπήκοό του. Αλλά αυτές οι προϋποθέσεις δεν ισχύουν όταν το Συμβούλιο Ασφαλείας, ενεργώντας σύμφωνα με το Κεφάλαιο VII του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, παραπέμπει μια κατάσταση στον Εισαγγελέα.

Όμως κάτι άλλο πρέπει να συμβεί πρώτα πριν να ενεργήσει το Δικαστήριο. Είτε ένα Συμβαλλόμενο Κράτος παραπέμπει μια «κατάσταση» στον Εισαγγελέα, ή το Συμβούλιο Ασφαλείας παραπέμπει μια «κατάσταση» στον Εισαγγελέα ή ο Εισαγγελέας ξεκινάει μια έρευνα εξ ιδίας πρωτοβουλίας, σύμφωνα με το Καταστατικό.

Ποια είναι η Προπαρασκευαστική Επιτροπή; Τι κάνει;

Η Προπαρασκευαστική Επιτροπή του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου συστήθηκε το 1998 με απόφαση της Τελικής Πράξης της Διάσκεψης της Ρώμης. Της ανατέθηκαν μια σειρά εργασιών που θα έπρεπε να ολοκληρωθούν για την ίδρυση και ομαλή λειτουργία του Δικαστηρίου. Η Προπαρασκευαστική Επιτροπή είναι ανοικτή για τη συμμετοχή εκπροσώπων των Κρατών που έχουν υπογράψει την Τελική Πράξη ή που είχαν προσκληθεί να συμμετέχουν στη Διάσκεψη. Από τον Απρίλιο του 2002, έχει ολοκληρώσει τις περισσότερες εργασίες που της είχαν ανατεθεί. Τον Ιούνιο του 2000, η Προπαρασκευαστική Επιτροπή ολοκλήρωσε δύο σχέδια κειμένων που ήταν απαραίτητα για την επιτυχή λειτουργία του Δικαστηρίου: τον Κανονισμό Διαδικασίας και Απόδειξης και τα Στοιχεία των Εγκλημάτων. Από τότε, έχει ολοκληρώσει τα σχέδια της Συμφωνίας Σχέσεως Μεταξύ του Δικαστηρίου και των Ηνωμένων Εθνών, τους Χρηματοοικονομικούς Κανονισμούς και Κανόνες, τη Συμφωνία για τα Προνόμια και τις Ασυλίες του Δικαστηρίου, και τον Κανονισμό Διαδικασίας της Συνέλευσης των Συμβαλλομένων Κρατών. Οι εργασίες συνεχίζονται πάνω σε άλλα θέματα συμπεριλαμβανομένων του προϋπολογισμού για την πρώτη οικονομική περίοδο, άλλων οικονομικών θεμάτων, των βασικών αρχών που διέπουν μια Συμφωνία Έδρας μεταξύ του Δικαστηρίου και της Κυβέρνησης της Ολλανδίας (η οικοδεσπότης χώρα), και του θέματος του εγκλήματος της επίθεσης. Μετά από την ολοκλήρωση της πρώτης συνόδου της Συνέλευσης των Συμβαλλομένων Κρατών που αναμένεται να πραγματοποιηθεί τον Σεπτέμβριο του 2002, η Προπαρασκευαστική Επιτροπή θα σταματήσει να υπάρχει.

Ποια είναι η σημασία των κειμένων Στοιχεία των Εγκλημάτων and του Κανονισμού Διαδικασίας και Απόδειξης; Μπορούν να αλλάξουν τον σκοπό του δικαστηρίου;

Η ολοκλήρωση του κειμένου Στοιχεία των Εγκλημάτων θεωρείται από μόνη της ένας σταθμός, λόγω της συνεισφοράς του στην ανάπτυξη του διεθνούς δικαίου. Είναι μια καταλογογράφηση (cataloguing), του πλαισίου και του διανοητικού στοιχείου ή της πρόθεσης, που απαιτείται για να έχουν διαπραχθεί γενοκτονία, εγκλήματα πολέμου και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Το κείμενο που αφορά τα Στοιχεία των Εγκλημάτων αναπτύσσει τους ορισμούς των εγκλημάτων που περιέχονται στο Καταστατικό. Καθ’ όλη τη διάρκεια της σύνταξης του κειμένου, δόθηκε πολλή προσοχή ώστε να μην ο σκοπός του καταστατικού. Τα Στοιχεία των Εγκλημάτων δεν είναι δεσμευτικά από μόνα τους, αλλά έχουν έναν «πειστικό χαρακτήρα».

Ο Κανονισμός Διαδικασίας και Αποδείξεων προσδιορίζει τις γενικές αρχές και προσφέρει καθαρές περιγραφές των συγκεκριμένων διαδικασιών υποστηρίζοντας και συμπληρώνοντας όσα προβλέπονται από το Καταστατικό. Όλες οι διαδικασίες που αναφέρονται στο Καταστατικό περιγράφονται λεπτομερώς. Δίνονται συγκεκριμένες οδηγίες για τους διάφορους συμμετέχοντες, περιγράφοντας πως μπορούν να εκτελέσουν συγκεκριμένες δράσεις που αναφέρονται στο Καταστατικό, τα βήματα που πρέπει να κάνουν, την αλληλουχία, τις συνθήκες – όλες τις διαδικαστικές λεπτομέρειες. Οι διατάξεις του Καταστατικού υπερισχύουν των Στοιχείων των Εγκλημάτων όσο και των Κανονισμών Διαδικασίας και Απόδειξης.

Που θα εδρεύει το Δικαστήριο;

Το Δικαστήριο θα εδρεύει στη Χάγη της Ολλανδίας, η οποία έχει συμμετάσχει ενεργά στις προετοιμασίες για την εγκαθίδρυση του Δικαστηρίου. Έχει επιλέξει μια κατάλληλη τοποθεσία και έχει προκηρύξει ένα διεθνή αρχιτεκτονικό διαγωνισμό για τον σχεδιασμό του κτηρίου του Δικαστηρίου. Το νέο κτήριο, που θα έχει επιφάνεια 30.000 τετραγωνικά μέτρα, αναμένεται να έχει ολοκληρωθεί ως το 2007. Ως τότε, το Δικαστήριο θα στεγάζεται σε γραφεία απέναντι από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία.

Ποιος θα καλύπτει τα έξοδα του Δικαστηρίου;

Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο είναι ξεχωριστή οντότητα από τα Ηνωμένα Έθνη. Σύμφωνα με το Καταστατικό, τα έξοδά του θα χρηματοδοτούνται από προϋπολογισμένες συνεισφορές των Συμβαλλομένων Κρατών και από εθελοντικές συνεισφορές Κυβερνήσεων, διεθνών οργανισμών, ατόμων, επιχειρήσεων και άλλων. Σε ειδικές περιπτώσεις τα Ηνωμένα Έθνη θα μπορούν να προσφέρουν κεφάλαια, μετά από έγκριση της Γενικής Συνέλευσης, όταν αφορούν έξοδα από «καταστάσεις» που παραπέμπονται στο Δικαστήριο από το Συμβούλιο Ασφαλείας. Οι συνεισφορές των Συμβαλλομένων Μερών θα υπολογίζονται με βάση την κλίμακα που έχουν υιοθετήσει τα Ηνωμένα Έθνη για τον τακτικό προϋπολογισμό τους, αλλά όσα Κράτη το επιθυμούν μπορούν να συνεισφέρουν εθελοντικά επιπλέον κεφάλαια. Η Ολλανδία, ως οικοδεσπότης χώρα του Δικαστηρίου, έχει εκφράσει τη θέλησή της να συνεισφέρει κεφάλαια για τις πρώτες συναντήσεις της Συνέλευσης των Συμβαλλομένων Κρατών.

Για περισσότερες πληροφορίες επισκεφτείτε: http://www.icc-cpi.org

Το UNRIC παρέχει υπηρεσίες πληροφόρησης και τεκμηρίωσης στις χώρες της Δ. Ευρώπης. Οι υπηρεσίες αυτές απευθύνονται σε όλα τα τμήματα της κοινωνίας. Το UNRIC συμμετέχει σε κοινά προγράμματα και διοργανώνει εκδηλώσεις σε συνεργασία με τις κυβερνήσεις, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τις μη-κυβερνητικές οργανώσεις, τα εκπαιδευτικά ιδρύματα και τους φορείς τοπικής αυτοδιοίκησης.